Ακολουθήστε μας και στο Facebook

Οι πληροφορίες που περιέχονται έχουν καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την γνωμάτευση του ιατρού σας ή την επίσκεψη σε άλλον ειδικό της υγείας. Αν αποφασίσετε να ακολουθήσετε κάποια διατροφή ρωτήστε τον προσωπικό ιατρό σας. Επίσης το site λειτουργεί με εθελοντές και ανεβάζουμε άρθρα που βρίσκουμε ενδιαφέρον από άλλες ιστοσελίδες (γι'αυτό υπάρχει και η πήγη στο τέλος του άρθρου). Δεν είμαστε γιατροί ώστε να κάνουμε πιστοποίηση της ορθότητας του άρθου, γι'αυτό εάν έχετε κάποια γνώση επιπλέον πάνω στο συγκεκριμένο άρθρο, τα σχόλια σας είναι πάντα καλοδεχούμενα. Και εμείς μαθαίνουμε όπως και εσείς.

Ταραξάκο, ωφελεί συκώτι, χολή και αρθρώσεις, «ανοίγει» το αποφραγμένο έντερο

Σύμφωνα με το μύθο, το ταραξάκο γεννήθηκε από τη σκόνη του άρματος του ήλιου, για αυτό και τα πέταλά του είναι χρυσοκίτρινα, ανοίγουν με την ανατολή του ήλιου και κλείνουν με τη δύση του (Ζανέττου- Παντελή, 2000).

Όπως ήδη επισημάνθηκε αναφορές του φυτού συναντώνται στο Θεόφραστο, καθώς και μετέπειτα στο Διοσκουρίδη (De Materia Medica) και τον Πλίνιο (Φυσική ιστορία, 77 μ.χ.), που το σύστηναν για τις παθήσεις του ήπατος και της χολής (Lardos, 2006; Ζανέττου- Παντελή, 2000).
Το 10ο αιώνα είναι ο Αβικέννας που το επαναφέρει στη θεραπευτική και μάλιστα εισάγοντας για πρώτη φορά σε γραπτό κείμενο την ονομασία «ταραξάκο». Ειδικότερα στο έργο του «Κανόνας της Ιατρικής Τέχνης» (Canon of Medicine, 1025), οι θεραπευτικές ιδιότητες του φυτού συγκεντρώνονται, σύμφωνα με ανάλυση του Αμερικανικού Πανεπιστημίου της Βηρυτού (http://ddc.aub.edu.lb/projects/saab/avicenna/contents-eng.html), σε δύο επιμέρους λήμματα.
Στο πρώτο (Canon of Medicine, Book II, Chapter IX, p. 163), το ταραξάκο περιγράφεται- χωρίς να κατονομάζεται- ως άγριο είδος ραδικιού σε αντιδιαστολή προς το καλλιεργήσιμο ραδίκι, που σήμερα ταυτίζεται με το Cichorium endiva.
Έτσι, υπό το κοινό λήμμα “Hendpa” (=ραδίκι), ο Άραβας ιατρός αναφέρει ως χρησιμοποιούμενα μέρη τα φύλλα του φυτού, διατείνομενος ότι η πικράδα της δρόγης ωφελεί το συκώτι, «ανοίγει» το αποφραγμένο έντερο και τα φραγμένα αγγεία, ενώ δρα ευνοϊκά στις αρθρώσεις και σε μέρη των ματιών.
Ραδίκια: Ποικιλίες, Θεραπευτικές ιδιότητες, Αγορά-Συντήρηση 

Επίσης σημειώνεται ότι

δυναμώνει την καρδιά και τα πνευμόνια, ενισχύει το στομάχι αλλά και χαλαρώνει τη χολή που πονάει. Ειδικότερα για το άγριο ραδίκι, δηλαδή το ταραξάκο, επισημαίνεται πως είναι καλύτερο για το στομάχι και τη χολή από το καλλιεργήσιμο, καθώς και πως συμβάλλει στην αποβολή της άμμου από τα νεφρά αλλά και στη θεραπεία του «ασπρισμένου ματιού», δηλαδή του γλαυκώματος.
Για τους παραπάνω σκοπούς συνιστάται η χρήση του αφεψήματος της δρόγης, το οποίο θα πρέπει να λαμβάνεται κατά προτίμηση κρύο. Επίσης, προτείνεται η χρήση του αφεψήματος σε γαργαρισμούς για τον πρησμένο λαιμό.
Τέλος, η δρόγη συστήνεται ως αντίδοτο σε τσιμπήματα από σφήγκες και σκορπιούς, υπό μορφή επιθέματος, ενώ δεν παραλείπεται η περιγραφή της χρήσης του φυτού στη διατροφή, σε αντικατάσταση του μαρουλιού. 
Στο δεύτερο λήμμα (Canon of Medicine, Book II, Chapter IX, p. 182) και υπό το διακριτό τίτλο «ταραξκάκον», ο συγγραφέας επαναλαμβάνει επιγραμματικά τις παραπάνω θεραπευτικές ιδιότητες της δρόγης.

Μέσα από τις διδαχές του Αβικέννα και άλλων μετέπειτα Αράβων ιατρών το φυτό εισέρχεται στη Δυτική θεραπευτική. 

Κατά το Μεσαίωνα και σε απόδειξη της εκτίμησης που έχαιρε το φυτό για τις θεραπευτικές του ιδιότητες, οι «μάγοι» της εποχής ισχυρίζονταν πως αν κάποιος τρίψει ολόκληρο το κορμί του με αυτό, θα είναι ευπρόσδεκτος παντού και θα κερδίζει ό,τι θέλει (Ζανέττου- Παντελή, 2000).
Στη Δυτική Ευρώπη πρωτοεμφανίζεται σε γραπτό κείμενο ως φαρμακευτικό φυτό το 1485, στο “Ortus Sanitatis” (Grieve, 1979; Μνίμη, 1994). Είναι πάντως αξιοσημείωτο πως εκείνη την εποχή συνεχίζει να χρησιμοποιείται ως δρόγη μόνο η πόα και όχι η ρίζα του φυτού.
Κατά το 16ο αιώνα, ο Ματθιόλους σημειώνει ότι το αφέψημα του φυτού είναι ευεργετικό για όσους υποφέρουν από ίκτερο (Ζανέττου- Παντελή, 2000). 

Την ίδια περίοδο οι περισσότερες αναφορές και πληροφορίες για τις θεραπευτικές ιδιότητες

του Ταραξάκου προέρχονται από Γερμανούς συγγραφείς, όπως ο Fuchs (1543), ο οποίος συνιστά τη δρόγη μεταξύ των άλλων και για τη θεραπεία της ποδάγρας (ουρική αρθρίτιδα), της διάρροιας, των φλυκταίνων, καθώς και τον ενοχλήσεων του ήπατος και της σπλήνας.
Η ευρεία αποδοχή και χρήση του φυτού για τους παραπάνω σκοπούς εκείνη την περίοδο οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην επικράτηση στην επιστημονική σκέψη του «δόγματος των σημείων» (“doctrine of signatures”).
Σύμφωνα με αυτό, τα εξωτερικά χαρακτηριστικά ενός φυτού (π.χ. χρώμα, μορφή, θέση όπου ευδοκιμεί) καταδεικνύουν και αντιστοιχούν στις θεραπευτικές ιδιότητές του. Έτσι, ήταν λογικό το Ταραξάκο με το χρυσό χρώμα των ανθέων του να χρησιμοποιείται σε διαταραχές σχετιζόμενες με την επίσης κίτρινη χολή (Schütz et al, 2006).
Στα κινεζικά βοτανολόγια το φυτό αναφέρεται για πρώτη φορά τον 7ο αιώνα με το όνομα “pu gong ying”, το οποίο αναφέρεται σε ολόκληρο το φυτό (Μνίμη, 1994).

Εθνοφαρμακολογία

Σύμφωνα με την ελληνική και κυπριακή λαϊκή θεραπευτική (Ζανέττου- Παντελή, 2000; Ζαχαρόπουλος, 1972) το ταραξάκο είναι φάρμακο τονωτικό του οργανισμού και «καθάρσιο», με την ιπποκρατική έννοια του όρου, δηλαδή καθαρίζει και αποτοξινώνει τον οργανισμό, προάγοντας τη λειτουργία του ουροποιητικού και του γαστρεντερικού συστήματος, κυρίως δε του ήπατος και του συστήματος των χοληφόρων, ενώ ταυτόχρονα τονώνει τους αδένες και δη τους ιδρωτοποιούς.
Έτσι, η κατανάλωση των φύλλων –που θεωρείται το τμήμα του φυτού με την κατεξοχήν διουρητική δράση- προτείνεται σε περιπτώσεις κατακράτησης υγρών, όπως στην συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, αλλά και σε περιπτώσεις, όπου επιδιώκεται αύξηση της νεφρικής απέκκρισης, όπως σε ψαμμιάσεις (άμμος στους νεφρούς), ρευματισμών αλλά και ουρικής αρθρίτιδας.

Αξίζει μάλιστα να επισημανθεί ότι λόγω της υψηλής περιεκτικότητας της δρόγης σε 

ιχνοστοιχεία και ιδίως σε κάλιο, πιστεύεται ότι η χρήση της όχι μόνο δε διαταράσσει την ομοιόσταση των ενδογενών ηλεκτρολυτών, όπως συμβαίνει με τα συνθετικά διουρητικά, αλλά ότι αντίθετα συμβάλλει στην εξισορρόπηση των μεταλλικών στοιχείων στον οργανισμό.
Ηλεκτρολύτες: Τι είναι και φυσικοί τρόποι επανατροφοδότησης, αναζωογόνησης του οργανισμού

Επίσης ευεργετική εμφανίζεται η επίδραση των φύλλων του ταραξάκου στο στόμαχο, τόσο επί δυσπεψίας, διεγείροντας τις γαστρικές εκκρίσεις, όσο και επί της αντίθετης κατάστασης, δηλαδή αισθήματος «καούρας» (που μπορεί να σχετίζεται με υπερέκκριση γαστρικών υγρών ή/ και γαστρο-οισοφαγική παλινδρόμηση), καθώς διευκολύνει την προώθηση του γαστρικού περιεχομένου προς το δωδεκαδάκτυλο.

Έτσι, το ταραξάκο συνιστάται συνολικά ως

χωνευτικό, ευστόμαχο και τονωτικό σε αδύνατα και ευαίσθητα στομάχια. Επίσης, για τη θεραπεία κεφαλαλγίας οφειλόμενης σε δυσλειτουργία του στομάχου. Από την άλλη πλευρά ολόκληρο το φυτό, συμπεριλαμβανομένης της ρίζας, έχει χρησιμοποιηθεί για την καταπολέμηση της δυσκοιλιότητας αλλά και ως ανθελμινθικό. 
Επιπλέον, ολόκληρο το φυτό και κατά κύριο λόγο η ρίζα, εμφανίζεται ωφέλιμη ως τονωτικό και αποκαθαρτικό του συκωτιού αλλά και ως διεγερτικό της παραγωγής και έκκρισης της χολής (χολαγωγό- χολαιρετικό), ώστε να χορηγείται σε χρόνιες ηπατικές παθήσεις, όπως η υπερπλασία και η κίρρωση, αλλά και σε χολολιθιάσεις, ατονία της χοληδόχου κύστεως και ίκτερο.

Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με την πεποίθηση πως η δρόγη λειτουργεί ως 

«καθαριστικό του αίματος», την καθιστούν χρήσιμη σε περιπτώσεις υδρωπικίας (κατακράτησης υγρού στην κοιλιακή χώρα ή αλλού) ηπατικής αιτιολογίας, αδενοπάθειας, σπληνικής δυσλειτουργίας αλλά και χρόνιων δερματικών παθήσεων (ακμή, σπυράκια, στίγματα, λειχήνες, σκασίματα και ερεθισμοί της επιδερμίδας, έκζεμα), που συνδέονται με δυσλειτουργία του ήπατος.

Επιπρόσθετα, η κατανάλωση των υπέργειων τμημάτων του φυτού βοηθούν

–βάσει της λαϊκής παράδοσης- στη μείωση της χοληστερίνης και του σακχάρου του αίματος, στην πρόληψη της αρτηριοσκλήρυνσης και είναι γενικότερα χρήσιμη σε δίαιτες αδυνατίσματος, εφόσον συνδυάζει πολύ λίγες θερμίδες με μία ποικιλία απαραίτητων και τονωτικών για τον οργανισμό συστατικών.
Για τον τελευταίο αυτό λόγο αλλά και εξαιτίας της πικρής του γεύσης, που δρα ορεκτικά, συνιστάται σε καταστάσεις διανοητικής ή/ και σωματικής αδυναμίας, εξάντλησης και καχεξίας (λυμφατισμού), καθώς και ως κούρα κατά της εαρινής κόπωσης.
Τέλος, το αφέψημα των φύλλων, της ρίζας ή και ολόκληρου του φυτού προτείνεται από τη λαϊκή θεραπευτική κατά των φλεγμονών του στήθους και κατά του βήχα.

Αναφορικά τώρα με τις εξωτερικές χρήσεις του φυτού,

αξίζει να αναφερθεί πως ο νωπός οπός των φύλλων και της ρίζας του ταραξάκου εφαρμόζεται εξωτερικά για την αφαίρεση κάλων και ακροχορδόνων, με λεπτή βάση. Συγκεκριμένα συνιστάται η καθημερινή τοπική επάλειψη, μέχρι της αυτόματης απόπτωσης του σχηματισμού. Ακόμη, το νερό από φρέσκα άνθη πικραλίδας χρησιμοποιείται υπό μορφή κομπρέσας για τα ερεθισμένα μάτια.

Στην παραδοσιακή κινεζική ιατρική

(Schütz et al, 2006; 1958; Sweeney et al, 2005; Μνίμη, 1994) το ταραξάκο χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα, μαζί με το ανατολικό είδος T. mongolicum, ως διουρητικό και διεγερτικό του συκωτιού. Θεωρείται επίσης ότι απομακρύνει τη θερμότητα και ότι αποτοξινώνει το αίμα, με αποτέλεσμα να χορηγείται για την αντιμετώπιση δοθιηνών και αποστημάτων.
Η παραδοσιακή κινεζική ιατρική χρησιμοποιεί επιπλέον τη δρόγη, συχνά σε συνδυασμό με άλλα βότανα, για τη θεραπεία της ηπατίτιδας, για την ενίσχυση της αντίδρασης του ανοσοποιητικού συστήματος σε προσβολές της ανώτερης αναπνευστικής οδού αλλά και σε περιπτώσεις βρογχίτιδας ή πνευμονίας. Τέλος, προτείνεται η χρήση της δρόγης, υπό μορφή κομπρέσας, σε μαστίτιδες.
Επίσης, στην Κορέα το ταραξάκο έχει χρησιμοποιηθεί παραδοσιακά για τη θεραπεία «γυναικείων» παθήσεων, κυρίως καρκίνου του στήθους και της μήτρας.
Στη λαϊκή θεραπευτική των ιθαγενών της Βορείου Αμερικής (Iroquois, Ojibwe, Rappahannock, Bella Coola) ποικίλα εκχυλίσματα, εγχύματα και αφεψήματα του ταραξάκου (είτε μόνο της ρίζας είτε της πόας και της ρίζας) χρησιμοποιούνταν σε προβλήματα των νεφρών, υδρωπικία, δυσπεψία, «καούρες» («οπισθοστερνικό καύσο»), δερματικά προβλήματα αλλά και ως καθαριστικά του αίματος. Επίσης, το αφέψημα της ρίζας του φυτού χορηγούταν ως αναλγητικό και για τη θεραπεία του στομαχόπονου (Blumenthal, 2000; Sweeny et al, 2005).

Σε πρόσφατα δημοσιευμένες καταγραφές

(Guarrera, 2005), αναδεικνύεται η παραδοσιακή χρήση του ταραξάκου από τους κάτοικους της Κεντρικής Ιταλίας τόσο εσωτερικά, υπό μορφή εγχύματος των φύλλων και ανθέων ως χωνευτικό και «τονωτικό»- αναψυκτικό, όσο και εξωτερικά, με εφαρμογή του οπού του φυτού ως καυτήριο σε ακροχόρδονες (κρεατοελιές). 
Στη λαϊκή θεραπευτική του Μεξικού (Fragoso et al, 2008), το ταραξάκο (φύλλα, άνθη, ρίζα) έχει χρησιμοποιηθεί σε περιπτώσεις απώλειας όρεξης, δυσπεψίας, φουσκωμάτων και ύπαρξης χολολίθων, αλλά και ως χολαγωγό, υπακτικό, διουρητικό, τονωτικό της κυκλοφορίας και της πέψης και για την αποτοξίνωση του αίματος και του δέρματος. Επιπλέον, προτείνεται σε ιογενούς και βακτηριογενούς αιτιολογίας λοιμώξεις αλλά και σε περιστατικά κακοήθειας.
Η εξωτερική χρήση του οπού του φυτού για την αφαίρεση δερματικών αλλοιώσεων απαντά και στη λαϊκή θεραπευτική παράδοση της περιοχής του βρετανικού Derbyshire (Grieve, 1979). 

Ολοκληρώνοντας την παρουσίαση των παραδοσιακών χρήσεων της πικραλίδας

δε θα μπορούσε να μη γίνει αναφορά στην ευρεία- και πιθανώς πρωταρχική- χρήση του φυτού ως συστατικού της διατροφής όχι μόνο του πανταχού ελληνισμού αλλά και όλων των λαών της εύκρατης ζώνης, όπου αυτό φύεται.
Εκτός από τη ρητή αναφορά του Αβικέννα για χρήση του φυτού ως εναλλακτικό του μαρουλιού, επίσης χαρακτηριστική είναι μία αγγλοσαξονική λαϊκή παράδοση, σύμφωνα με την οποία μία βρετανική αγροτική κοινότητα επιβίωσε κατά τη διάρκεια λιμού, με αποκλειστική τροφή τις πικραλίδες από το γειτονικό δάσος.
Αλλά και πολύ πιο πρόσφατα, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60, η εαρινή συλλογή των πρώτων τρυφερών νέων βλαστών πικραλίδας αποτελούσε τοπικό έθιμο στις βόρειες περιοχές της πολιτείας του Βερμόντ στις Η.Π.Α. Πράγματι, με την υποχώρηση του χειμώνα, οι γυναίκες της κοινότητας εξορμούσαν για τη συγκομιδή των φύλλων, τα οποία μετέφεραν στις κουζίνες τους σε χάρτινες σακούλες, προκειμένου να τα βράσουν μαζί με παστό χοιρινό (Gardner, 2008). 

Ειδικά η ξερή ρίζα του ταραξάκου, καβουρδισμένη και αλεσμένη, έχει χρησιμοποιηθεί ως

υποκατάστατο του καφέ, είτε λόγω του χαμηλότερου κόστους είτε λόγω της απουσίας καφεΐνης (π.χ. από όσους ακολουθούν ομοιοπαθητική αγωγή). Το άρωμα αυτού του «εναλλακτικού» αφεψήματος αποδίδεται σε ουσίες που παράγονται κατά το καβούρδισμα, από τη διάσπαση της περιεχόμενης στη ρίζα ινουλίνης.
Για το λόγο αυτό, συστήνεται η συλλογή της πρώτης ύλης για την παραγωγή του συγκεκριμένου ροφήματος να λαμβάνει χώρα το Φθινόπωρο, οπότε και η περιεκτικότητα της ρίζας σε ινουλίνη είναι μεγαλύτερη. Πέρα της γευστικής απόλαυσης, που προσφέρει, ο «καφές» αυτός θεωρείται ταυτόχρονα ευεργετικός για την πέψη και διατηρεί πολλές από τις θεραπευτικές δράσεις της δρόγης (ρίζας) (Ζανέττου- Παντελή, 2000). 

Το σιρόπι τώρα των ανθέων της πικραλίδας συστήνεται σε άτομα, που δεν μπορούν να καταναλώσουν μέλι μελισσών, επειδή τους προκαλεί «ξινίλες» στο στομάχι (Ζανέττου- Παντελή, 2000). Ενδιαφέρον παρουσιάζει τέλος το γεγονός ότι στις αγγλοσαξονικές χώρες το ταραξάκο αποτελεί πρώτη ύλη για την παραγωγή μπίρας αλλά και κρασιού (Grieve, 1979). 

http://www.proionta-tis-fisis.com/taraxako-ofelei-sykoti-holi-kai-arthroseis-anoigei-to-apofragmeno-entero/

Δημοσίευση σχολίου

[blogger]

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.
Javascript DisablePlease Enable Javascript To See All Widget