Αντιμετωπίστε την ψωρίαση με διατροφή, βιταμίνες και βότανα - BIO OLYMPUS

Breaking


Post Top Ad

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

Αντιμετωπίστε την ψωρίαση με διατροφή, βιταμίνες και βότανα

Γράφει ο διατροφολόγος Μάριος Δημόπουλος

Τι είναι ψωρίαση

Η ψωρίαση είναι μια εξαιρετικά συχνή δερματική πάθηση. Στις ΗΠΑ και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες εμφανίζεται στο 2 με 4% του πληθυσμού. Προσβάλλει κυρίως Καυκάσιους (ανθρώπους της λευκής φυλής). Προσβάλλει και τους άνδρες και τις γυναίκες εξίσου, και η κατά μέσο όρο έναρξη της ασθένειας είναι τα 27,8 έτη της ηλικίας.

Συμπτώματα ψωρίασης

Υπάρχουν διαφορετικοί τύποι, αλλά συνήθως εκδηλώνεται με τη μορφή κόκκινων πλακών που καλύπτονται από ασημί λέπια. Αυτές οι πλάκες μπορεί να εμφανιστούν σε μια μικρή ή και σε μεγαλύτερες περιοχές του σώματος. Αξίζει να τονιστεί ότι η ψωρίαση δεν είναι κολλητική. Επιπρόσθετα με την προσβολή του δέρματος, η ψωρίαση μπορεί να προκαλέσει μια φλεγμονώδη μορφή αρθρίτιδας (ψωριασική αρθρίτιδα) και να προσβάλει τα νύχια (ψωρίαση νυχιών). Τα νύχια παίρνουν μια χαρακτηριστική εμφάνιση σαν δακτυλήθρα.

Αιτίες της ψωρίασης

Η ψωρίαση προκαλείται από μια συσσώρευση δερματικών κυττάρων που έχουν αναπαραχθεί πολύ γρήγορα. Ο ρυθμός με τον οποίο τα δερματικά κύτταρα διαιρούνται στην ψωρίαση είναι χίλιες φορές μεγαλύτερος από ό,τι στα φυσιολογικά κύτταρα. Ο υψηλός ρυθμός αναπαραγωγής είναι πολύ γρήγορος ώστε να αποβληθούν τα κύτταρα, και έτσι συσσωρεύονται, συντελώντας στο χαρακτηριστικό ασημένιο λέπι της ψωρίασης.
Η ψωρίαση είναι το αποτέλεσμα ενός βασικού ελαττώματος που βρίσκεται μέσα στα δερματικά κύτταρα. Η συχνότητα της ψωρίασης αυξάνεται σε ανθρώπους με συγκεκριμένους γενετικούς δείκτες, που αντανακλούν ένα πιθανό γενετικό σφάλμα στον έλεγχο του πώς διαιρούνται τα δερματικά κύτταρα. Η γενετική σύνδεση επιβεβαιώνεται επίσης από την παρατήρηση ότι το 36% των ασθενών με ψωρίαση έχουν ένα ή περισσότερα οικογενειακά μέλη με αυτή την πάθηση.
Ένας αριθμός γυναικών διαπιστώνουν ότι η ψωρίαση υποχωρεί κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης ή όταν φτάνουν στην ηλικία της εμμηνόπαυσης, οπότε μπορεί να υπάρχει κάποια σχέση με την ορμονική ισορροπία στον οργανισμό. Σε μια έρευνα που έγινε στη Δανία διαπιστώθηκε κατά τη διάρκεια των νεκροτομών ότι αυτοί που έπασχαν από ψωρίαση είχαν πιο αναπτυγμένα τα κύτταρα τα οποία παράγουν την αυξητική ορμόνη στην υπόφυσή τους (1). Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι αυτό θα μπορούσε να είναι μια αιτία εμφάνισης της ψωρίασης.
Ο ρυθμός με τον οποίο διαιρούνται τα κύτταρα ελέγχεται από μια λεπτή ισορροπία μεταξύ δύο εσωτερικών μηχανισμών ελέγχου: η κυκλική αδενοσίνη μονοφωσφατάση (AMP) και η κυκλική γουανιδίνη μονοφωσφατάση (GMP). Αυξημένα επίπεδα κυκλικής GMP συνδέονται με αυξημένο κυτταρικό πολλαπλασιασμό. Αντίθετα, αυξημένα επίπεδα κυκλικής AMP συνδέονται με αυξημένη κυτταρική ωρίμανση και με μειωμένη κυτταρική αναπαραγωγή. Τόσο η μειωμένη κυκλική AMP όσο και η αυξημένη κυκλική GMP έχουν μετρηθεί στο δέρμα ατόμων με ψωρίαση (2).

Θεραπεία της ψωρίασης

Αν και η ψωρίαση μπορεί να έχει σημαντικό γενετικό υπόβαθρο, η εξισορρόπηση της αναλογίας AMP-GMP είναι ο κύριος θεραπευτικός στόχος. Ένας αριθμός παραγόντων φαίνεται ότι προκαλεί ή συμβάλλει στην ψωρίαση, όπως: ατελής πέψη πρωτεϊνών, εντερική τοξαιμία, διαταραγμένη ηπατική λειτουργία, κατανάλωση αλκοόλ, διατροφικοί παράγοντες και στρες. Επιπρόσθετα με την αντιμετώπιση αυτών των αιτιολογικών παραγόντων, θα συζητηθούν παρακάτω η χρήση της υπεριώδους ακτινοβολίας και φυτικά τοπικά παρασκευάσματα.
Ατελής πέψη πρωτεϊνών
Η ατελής πέψη πρωτεϊνών ή η φτωχή εντερική απορρόφηση των προϊόντων διάσπασης των πρωτεϊνών μπορεί να συντελέσει σε αυξημένα επίπεδα αμινοξέων και πολυπεπτιδίων στο έντερο. Αυτά μεταβολίζονται από τα εντερικά βακτήρια σε σοβαρά τοξικά συστατικά. Οι τοξικοί μεταβολίτες των αμινοξέων αργινίνη και ορνιθίνη είναι γνωστοί ως πολυαμίνες (όπως πουτρεσκίνη, σπερμιδίνη και καδαβερίνη). Τα επίπεδά τους έχουν φανεί ότι είναι αυξημένα σε άτομα με ψωρίαση. Οι πολυαμίνες εμποδίζουν τον σχηματισμό της κυκλικής AMP και ως εκ τούτου συμβάλλουν σε υπερβολικό ρυθμό κυτταρικού πολλαπλασιασμού (3-4). Χαμηλότερα επίπεδα πολυαμινών στο δέρμα και στα ούρα συνδέονται με κλινική βελτίωση στην ψωρίαση (5).
Υπάρχει ένας αριθμός φυτικών συστατικών που μπορούν να εμποδίζουν τον σχηματισμό πολυαμινών και αυτό μπορεί να ωφελεί στη θεραπεία της ψωρίασης. Για παράδειγμα, η βιταμίνη Α και τα αλκαλοειδή του βοτάνου goldenseal (Hydrastis canadensis), όπως η βερβερίνη, εμποδίζουν τη βακτηριακή δεκαρβοξυλάση, το ένζυμο που μετατρέπει τα αμινοξέα σε πολυαμίνες (6-7). Ωστόσο, ο καλύτερος τρόπος πρόληψης του υπερβολικού σχηματισμού πολυαμινών είναι η βελτίωση της πεπτικής λειτουργίας. Για την καλύτερη πέψη των πρωτεϊνών καλό είναι να παίρνετε υδροχλωρική μπεταΐνη (συμπλήρωμα υδροχλωρικού οξέος που υπάρχει μαζί με πεπτικά ένζυμα) ή μηλόξυδο μαζί με το φαγητό.
Εντερική τοξαιμία
Ένας αριθμός τοξινών που προέρχονται από το έντερο εμπλέκονται στην ανάπτυξη της ψωρίασης, όπως ενδοτοξίνες (συστατικά του κυτταρικού τοιχώματος των βακτηρίων), υποπροϊόντα των βακτηρίων, ο μύκητας Candida albicans και ανοσοσυμπλέγματα (8-10). Αυτά τα συστατικά οδηγούν σε αύξηση των επιπέδων της κυκλικής GMP στα δερματικά κύτταρα, αυξάνοντας ως εκ τούτου σημαντικά τον ρυθμό του πολλαπλασιασμού. Η υπερανάπτυξη του μύκητα Candida albicans παίζει επίσης σημαντικό ρόλο.
Μια δίαιτα χαμηλή σε φυτικές ίνες συνδέεται με αυξημένα επίπεδα τοξινών που προέρχονται από το έντερο. Οι διατροφικές ίνες είναι μεγάλης σημασίας για τη διατήρηση ενός υγιούς εντέρου. Πολλά συστατικά των ινών δεσμεύουν τις εντερικές τοξίνες και προάγουν την αποβολή τους μέσω των κοπράνων. Είναι λοιπόν απαραίτητο η διατροφή ενός ατόμου με ψωρίαση να περιέχει πολλά λαχανικά και φρούτα. Αν κάποιος δεν τρώει πάρα πολλές φυτικές ίνες μέσα από τη διατροφή του, θα πρέπει να καταναλώνει σκόνη ψύλλιου, λιναρόσπορο ή κάποιο άλλο συμπλήρωμα που περιέχει φυτικές ίνες.
Μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν φυτικά συστατικά που δεσμεύουν τις ενδοτοξίνες και προάγουν την αποβολή τους. Για παράδειγμα, μια παλιά μελέτη που δημοσιεύθηκε στο New England Journal of Medicine βρήκε ότι ένα υδαρές εκχύλισμα του βοτάνου Smilax sarsaparilla ήταν αποτελεσματικό στη θεραπεία της ψωρίασης, ιδιαίτερα της πιο χρόνιας και του τύπου της ψωρίασης που σχηματίζει μεγάλες πλάκες (11). Στην ελεγχόμενη μελέτη σε 92 ασθενείς, η sarsaparilla ανακούφισε σημαντικά την ψωρίαση στο 62% των ασθενών και συνέβαλε σε ολοκληρωτικό καθαρισμό από συμπτώματα σε ένα άλλο 18% των ασθενών. Αυτά τα ευεργετικά αποτελέσματα οφείλονται στα συστατικά της sarsaparilla που δεσμεύουν την απέκκριση των βακτηριακών ενοδοτοξινών. Βέβαια, αυτή η μελέτη είναι παλιά και όχι διπλή-τυφλή συγκρινόμενη με placebo, οπότε δεν αποτελεί βέβαιη απόδειξη σύμφωνα με τα σύγχρονα επιστημονικά στάνταρτ για μια κλινική μελέτη.
Η κλινική σοβαρότητα και η θεραπευτική ανταπόκριση έχουν φανεί ότι σχετίζονται καλά με τα επίπεδα των κυκλοφορούμενων ενδοτοξινών, κάτι που δείχνει ότι οι τοξίνες που προέρχονται από το έντερο παίζουν έναν βασικό ρόλο στην παθοφυσιολογία της ψωρίασης.
Ως εκ τούτου, θα πρέπει να γίνεται κάθε προσπάθεια να προάγεται το κατάλληλο δέσιμο και αποβολή αυτών των συστατικών μέσω της αποβολής των απορροφούμενων ενδοτοξινών στα κόπρανα καθώς και ο κατάλληλος διαχειρισμός τους από το συκώτι. Μια δίαιτα υψηλή σε φυτικές ίνες μαζί με το βότανο sarsaparilla (250-500 mg στερεού εκχυλίσματος ή 8-16 ml υγρού εκχυλίσματος ημερησίως) μπορούν να βοηθήσουν στο δέσιμο των ενδοτοξινών στο έντερο, στην αποτροπή της απορρόφησής τους και στην κατάλληλη αποβολή τους. Καλό θα ήταν επίσης να εξακριβωθεί αν υπάρχει υπερανάπτυξη του μύκητα candida στο έντερο (εξέταση κοπράνων), και αν οι εξετάσεις είναι θετικές, να αντιμετωπιστεί με κατάλληλη δίαιτα και φυτοθεραπεία.
Η λειτουργία του ήπατος
Η διόρθωση της μη φυσιολογικής λειτουργίας του ήπατος είναι υψίστης σημασίας για τη θεραπεία της ψωρίασης (12). Η σύνδεση ανάμεσα στο ήπαρ και στην ψωρίαση σχετίζεται με μια από τις λειτουργίες του ήπατος: το φιλτράρισμα και την αποτοξίνωση του αίματος. Όπως αναφέρθηκε, η ψωρίαση έχει συνδεθεί με την παρουσία διαφόρων μικροβιακών υποπροϊόντων στο αίμα. Αν το συκώτι καταβάλλεται από υπερβολικά επίπεδα αυτών των τοξινών στο έντερο ή αν υπάρχει μείωση στην ικανότητα του ήπατος για αποτοξίνωση, τα επίπεδα των τοξινών στο αίμα θα αυξηθούν και η ψωρίαση θα επιδεινωθεί.
Η κατανάλωση αλκοόλ είναι γνωστό ότι επιδεινώνει σημαντικά την ψωρίαση (13). Το αλκοόλ έχει αυτή την επίδραση, διότι αυξάνει την απορρόφηση των τοξινών από το έντερο, κάνοντας το έντερο διαπερατό (σύνδρομο διαπερατότητας του εντέρου) και βλάπτει την ηπατική λειτουργία. Τα άτομα με ψωρίαση δεν πρέπει να καταναλώνουν αλκοόλ.
Η σιλυμαρίνη, το φλαβονοειδές συστατικό του γαϊδουράγκαθου (milk thistle), έχει φανεί ότι έχει αξία στη θεραπεία της ψωρίασης. Προφανώς αυτό είναι αποτέλεσμα της ικανότητας του να βελτιώνει την ηπατική λειτουργία, να αναχαιτίζει τη φλεγμονή και να μειώνει τον υπερβολικό κυτταρικό πολλαπλασιασμό (14).

Ψωρίαση και Διατροφή

Μια μελέτη του 2015 διαπίστωσε ότι η αυστηρή προσήλωση σε μια μεσογειακού τύπου διατροφή μείωσε τη σοβαρότητα της ψωρίασης. Αξίζει να σημειωθεί ότι, η μεγαλύτερη κατανάλωση έξτρα παρθένου ελαιόλαδου και ψαριών συσχετίστηκαν ανεξάρτητα με τη χαμηλότερης σοβαρότητας της ψωρίαση (15-16).
Σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό, οι ασθενείς με ψωρίαση και ψωριασική αρθρίτιδα έχουν μεγαλύτερη συχνότητα ταυτόχρονα άλλων αυτοάνοσων νόσων, όπως κοιλιοκάκη. Μια επανεξέταση μελετών του 2014 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μια δίαιτα χωρίς γλουτένη μπορεί να ωφελήσει ασθενείς με ψωρίαση που έχουν αυξημένα αντισώματα κοιλιοκάκης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αναφέρθηκε πλήρης κάθαρση της ψωριασικής επιδερμίδας μετά από μια δίαιτα χωρίς γλουτένη (17-19).
Μια αυστηρή εξέταση και ανάλυση της ιατρικής βιβλιογραφίας συμπέρανε ότι η απώλεια βάρους μέσω διατροφής και παρεμβάσεων του τρόπου ζωής μειώνει τη σοβαρότητα της ψωρίασης σε υπέρβαρους ή παχύσαρκους ασθενείς (20).
Ωμέγα-3 λιπαρά οξέα
Η χρησιμοποίηση των διατροφικών λιπών είναι ιδιαίτερα σημαντική στην αντιμετώπιση της ψωρίασης, διότι τα επίπεδα των ελεύθερων λιπαρών οξέων στον ορό είναι συνήθως μη φυσιολογικά σε αυτούς τους ασθενείς (21). Υψίστης σημασίας είναι τα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα. Οι περισσότερες από τις κλινικές μελέτες έχουν χρησιμοποιήσει ιχθυέλαια πλούσια σε εικοσαπεντανοϊκό οξύ (EPA) και δοκοσοχεξανοϊκό οξύ (DHA). Διάφορες διπλές-τυφλές κλινικές μελέτες έχουν δείξει τα συμπληρώματα ιχθυελαίου συντελούν σε σημαντική βελτίωση (22-24).
Μια ανασκόπηση μελετών το 2014 έδειξε ότι η χορήγηση ιχθυελαίου σε ασθενείς με ψωρίαση για έως και έξι μήνες οδήγησε σε κλινική βελτίωση στην ερυθρότητα του δέρματος, στη σκλήρυνση, και στην απολέπιση, και σε ορισμένες μελέτες βρεθεί όφελος για τον κνησμό (25). Το ιχθυέλαιο μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικό ως συμπλήρωμα σε άλλες θεραπείες. Σε μια μελέτη σε ασθενείς με ψωρίαση, ο συνδυασμός των ωμέγα-3 λιπαρών οξέων και μια τοπική μορφή της βιταμίνης D, είχε ως αποτέλεσμα σημαντικά μεγαλύτερη βελτίωση από ότι η τοπική μορφή βιταμίνη D μόνη της (26).
Η βελτίωση που σημειώθηκε από τη λήψη EPA οφείλεται κυρίως στον ανταγωνισμό των EPA προς τα σημεία δεσίματος του αραχιδονικού οξέος, κάτι που συντελεί στην αναχαίτιση της παραγωγής φλεγμονωδών συστατικών. Στο δέρμα των ατόμων που έχουν ψωρίαση, η παραγωγή φλεγμονωδών συστατικών, γνωστών ως λευκοτριενιών, είναι πολλές φορές μεγαλύτερη από το φυσιολογικό (27).
Αυτά τα τοξικά συστατικά παράγονται από το αραχιδονικό οξύ, ένα λίπος που βρίσκεται στο κρέας και στις άλλες ζωικές τροφές και σχηματίζεται επίσης από τροφές που είναι πλούσιες σε υδατάνθρακες και ζάχαρη. Το αραχιδονικό οξύ είναι ένα απαραίτητο λιπαρό οξύ που χρειάζεται για την εύρυθμη λειτουργία του οργανισμού. Η υπερβολική όμως ποσότητα αραχιδονικού οξέος βλάπτει, διότι συμβάλλει στην παραγωγή λευκοτριενιών που είναι ισχυροί φλεγμονώδεις παράγοντες και προκαλούν αυξημένα επίπεδα GMP (τα συστατικά για τα οποία μιλήσαμε στην αρχή αυτού του κεφαλαίου).
Οι παραδοσιακές κοινωνίες που έτρωγαν μια ισορροπημένη διατροφή στην οποία περιλαμβανόταν και ζωικές τροφές δεν είχαν τόσο πρόβλημα με τα επίπεδα αραχιδονικού οξέος. Η διατροφή όμως των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών που περιλαμβάνει ζάχαρη, επεξεργασμένους υδατάνθρακες (λευκό ψωμί, μακαρόνια), γλυκά, χυμούς φρούτων, αναψυκτικά τύπου κόλα κ.λπ. οδηγεί σε υψηλά επίπεδα αραχιδονικού οξέος και κατά συνέπεια σε χρόνια φλεγμονή.
Στις περιοχές του δέρματος που πάσχουν από ψωρίαση, το κυτταρικό περιεχόμενο σε αραχιδονικό οξύ και 12-HETE (ένα τοξικό υποπροϊόν του αραχιδονικού οξέος) είναι 250 με 810 φορές μεγαλύτερο από ό, τι στους ιστούς της επιδερμίδας που δεν πάσχουν από ψωρίαση. Αυτά τα υψηλά επίπεδα οφείλονται στην παρουσία στις πλάκες (της ψωρίασης) ενός αναστολέα της κυκλοοξυγενάσης (COX-2) που φυσιολογικά αποδομεί το αραχιδονικό οξύ. Οι αναστολείς της κυκλοοξυγενάσης (όπως η ασπιρίνη και τα περισσότερα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα) συνήθως επιδεινώνουν την ψωρίαση, ενώ οι αναστολείς της λιποοξυγενάσης (όπως η benoxaprofen) προκαλούν βελτίωση (28). Φυσικά συστατικά όπως η κουερσετίνη (ένα φλαβονοειδές), η βιταμίνη Ε, το κρεμμύδι και το σκόρδο είναι γνωστό ότι αναχαιτίζουν την κυκλοοξυγενάση και ως εκ τούτου μπορούν να προσφέρουν κάποιο όφελος στα άτομα με ψωρίαση.
Το ιχθυέλαιο βοηθά επίσης στη θεραπεία της ψωρίασης, διότι διορθώνει την αναλογία ωμέγα-3 προς ωμέγα-6 στο σώμα. Η διατροφή των δυτικών κοινωνιών έχει συμβάλλει στην ανισορροπία των λιπαρών οξέων, αφού γίνεται υπερκατανάλωση τροφών πλούσιων σε ωμέγα-6 λιπαρά οξέα, όπως είναι τα σπορέλαια (ηλιέλαιο, σογιέλαιο, καλαμποκέλαιο), οι μαργαρίνες, οι ξηροί καρποί και άλλες φυτικές τροφές. Ο περιορισμός των πλούσιων σε ωμέγα-6 λιπαρά οξέα τροφών και η αύξηση της κατανάλωσης λιπαρών ψαριών και συμπληρωμάτων ιχθυελαίου θα βοηθούσε πολύ τους ασθενείς με ψωρίαση.
Βιταμίνη Α
Μειωμένα επίπεδα βιταμίνης Α και ψευδαργύρου είναι συχνά σε ασθενείς με ψωρίαση (29-31). Δεδομένου του σημαντικού ρόλου της βιταμίνης Α και του ψευδαργύρου στην υγεία του δέρματος, η λήψη συμπληρωμάτων βιταμίνης Α και ψευδαργύρου είναι επιβεβλημένη για τα άτομα με ψωρίαση και την καλύτερη θεραπεία της.
Χρώμιο
Η λήψη συμπληρώματος χρωμίου μπορεί να είναι ενδεδειγμένη για την αύξηση των υποδοχέων ινσουλίνης, διότι οι ασθενείς με ψωρίαση συνήθως έχουν αυξημένα επίπεδα ινσουλίνης και γλυκόζης στον ορό του αίματος (32).
Γλουταθειόνη
Τα επίπεδα του αντιοξειδωτικού ενζύμου γλουταθειόνης υπεροξειδάσης είναι χαμηλά σε ασθενείς με ψωρίαση, πιθανώς λόγω κατάχρησης αλκοόλ, κακοθρεψίας και της υπερβολικής απώλειας δερματικών κυττάρων, που κλέβει από το σώμα βασικά θρεπτικά συστατικά. Τα μειωμένα επίπεδα της γλουταθειόνης μπορούν να εξομαλυνθούν με τη στοματική λήψη σεληνίου και βιταμίνης Ε. Τα συμπληρώματα γλουταθειόνης δεν απορροφούνται καλά από το σώμα, για αυτό είναι καλύτερα να λαμβάνονται συμπληρώματα σεληνίου, τα οποία συμβάλλουν στην παραγωγή γλουταθειόνης στο σώμα.
Ωστόσο, τα συμπληρώματα λιπόσωμης γλουταθειόνης απορροφώνται πολύ καλά, και θα μπορούσαν να λαμβάνονται από τους ασθενείς με ψωρίαση, αν και είναι πιο δύσκολο να βρεθούν στο εμπόριο στην Ελλάδα. Η πρωτεΐνη ορού γάλακτος (whey protein) αυξάνει αποτελεσματικά τα επίπεδα κυτταρικής γλουταθειόνης, επειδή είναι μια πλούσια πηγή των προδρόμων αμινοξέων της γλουταθειόνης, ιδιαίτερα της κυστεΐνης και των σχετικών συστατικών. Σε μία μελέτη, η χορήγηση της πρωτεΐνης ορού γάλακτος πάνω από τρεις μήνες είχε ως αποτέλεσμα την κλινική βελτίωση σε ασθενείς με ψωρίαση, ανεξάρτητα από το εάν η πρωτεΐνη ορού γάλακτος δόθηκε μόνη ή ως προσθήκη σε τοπικές θεραπείες ή σε θεραπείες με φως θεραπείες (33).
Σελήνιο και βιταμίνη Ε
Το σελήνιο, ένας συμπαράγοντας για ένζυμα όπως η υπεροξειδάση της γλουταθειόνης, και η βιταμίνη Ε είναι σημαντικοί παράγοντες για την άμυνα του οργανισμού ενάντια στο οξειδωτικό στρες. Οι συγκεντρώσεις τόσο της βιταμίνης Ε και του σεληνίου έχουν αναφερθεί ότι είναι χαμηλότερες σε ασθενείς με ψωρίαση από ό, τι σε υγιή άτομα (34-35). Η στοματική ή τοπική χορήγηση της βιταμίνης Ε και του σεληνίου μπορεί να είναι ευεργετική στη θεραπεία και στην πρόληψη της ψωρίασης (36-37).
Σε μια διπλή-τυφλή ελεγχόμενη με placebo κλινική δοκιμή σε ασθενείς με ερυθροδερμική ψωρίαση (μια σοβαρή μορφή ψωρίασης που προσβάλλει συνήθως ένα μεγάλο μέρος της επιφάνειας του σώματος και προκαλεί έντονη φλεγμονή) και ψωριασική αρθρίτιδα, η λήψη συμπληρωμάτων σεληνίου και η βιταμίνης Ε σε συνδυασμό με συνένζυμο Q10, οδήγησε σε σημαντική κλινική βελτίωση της βαρύτητας της νόσου (38).
Η λήψη σεληνίου (200 mcg ως sodium selenite) και βιταμίνη Ε (10 mg ως alpha-tocopheryl succinate) αποδείχθηκε ότι αύξησε τα χαμηλά επίπεδα της γλουταθειόνης υπεροξειδάσης σε 50 ασθενείς με διάφορες δερματικές παθήσεις, συμπεριλαμβανομένης της ψωρίασης (39). Σε μια άλλη μελέτη, η μέτρηση της δραστηριότητας της γλουταθειόνης σε ασθενείς με ψωρίαση που έπιναν νερό πλούσιο σε σελήνιο βρέθηκε ότι ήταν 50% υψηλότερη από ό, τι στους υγιείς συμμετέχοντες που κατανάλωναν χαμηλό σε σελήνιο νερό (40).
Βιταμίνη D
Ένας αριθμός μελετών έχουν δείξει ότι η ψωρίαση σχετίζεται με χαμηλά επίπεδα της 25-υδροξυβιταμίνης D στον ορό αίματος. Η βιταμίνη D ορού δρα ως μια ανοσο-ρυθμιστική ορμόνη που μπορεί να μειώσει την ταχεία ανάπτυξη των κυττάρων του δέρματος και την καταστολή της φλεγμονής. Αυτή η αναγνώριση έχει οδηγήσει σε κλινικές δοκιμές τόσο στοματικών όσο και τοπικών μορφών της βιταμίνης D στη θεραπεία της ψωρίασης.
Μια ελεγχόμενη μελέτη βρήκε ότι δύο με πέντε εβδομάδες τοπικής 1,25-dihydroxycholecalciferol συνετέλεσε σε οριστική και ολική βελτίωση και στους πέντε ασθενείς που έκαναν τη θεραπεία (41). Μια άλλη μελέτη βρήκε ότι τέσσερεις από τους επτά ασθενείς είχαν ολοκληρωτική ανάρρωση (μετά από έναν με τρεις μήνες) με καθημερινές στοματικές δόσεις βιταμίνης D3 (42). Οι ασθενείς με σοβαρή ψωρίαση έχουν επίσης φανεί ότι έχουν σημαντικά χαμηλά επίπεδα στον ορό αίματος 1,25-dihydroxycholecalciferol, η οποία εξομαλύνεται μετά από θεραπεία με στοματική βιταμίνη D3 (43). Η αποτελεσματικότητα της στοματικής λήψης βιταμίνης D στην ψωρίαση έχει φανεί και σε πρόσφατες μελέτες (44-46).
Φολικό οξύ
Τα επίπεδα της ομοκυστεΐνης, ενός ανεξάρτητου παράγοντα κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο και, ενδεχομένως, τη νόσο του Αλτσχάιμερ, είναι συχνά αυξημένα σε ασθενείς με ψωρίαση. Μερικές πρόσφατες μελέτες έχουν αναφέρει ότι οι ασθενείς με ψωρίαση έχουν χαμηλότερα επίπεδα φολικού οξύ, το οποίο είναι απαραίτητο για τη διάσπαση της ομοκυστεΐνης. Σε μια μελέτη σε ασθενείς με χρόνια ψωρίαση, η υψηλή ομοκυστεΐνη στον ορό αίματος συσχετίστηκε με αυξημένη βαρύτητα της νόσου και με χαμηλά επίπεδα φολλικού οξέος (47).
Μια άλλη μελέτη διαπίστωσε μειωμένα επίπεδα φολικού οξέος στο αίμα και αυξημένα επίπεδα ομοκυστεΐνης στον ορό του αίματος σε ασθενείς με ψωρίαση που υποβλήθηκαν σε φωτοθεραπεία με UVB (48). Αυτές οι μελέτες επιβεβαιώνουν μια κλινική μελέτη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι περισσότεροι ασθενείς με ψωρίαση είχαν έλλειψη πρωτεϊνών και φολικού οξέος εξαιτίας της υπερβολικά γρήγορης ανάπτυξης των δερματικών κυττάρων τους, η οποία δημιουργεί αυξημένη ανάγκη για αυτά τα συστατικά (49).
Ψευδάργυρος
Ο ψευδάργυρος παίζει έναν σημαντικό ρόλο στη διατήρηση μιας υγιούς ανοσολογικής απάντησης. Ρυθμίζει την παραγωγή φλεγμονωδών κυτοκινών όπως IL-2 και IL-6 (50). Σε μια μελέτη σε ποντικούς με ψωρίαση, οι ενέσεις ψευδαργύρου μέσα στην κοιλιακή κοιλότητα μετρίασαν το οξειδωτικό στρες και προκάλεσαν σημαντική μείωση στα αυξημένα επίπεδα στον ορό των φλεγμονωδών IL-2 (51). Σύμφωνα με μια μελέτη, η χορήγηση 50 mg ψευδαργύρου δύο φορές την ημέρα σε μια 67χρονη γυναίκα με φλυκταινώδη ψωρίαση καθάρισε εντελώς τις βλάβες του δέρματος μέσα σε 15 ημέρες. Οι αντιφλεγμονώδεις και ανοσορρυθμιστικά επιδράσεις του μπορούν να εξηγήσουν τη θεραπευτική αποτελεσματικότητα του σε αυτή την περίπτωση (52). Ωστόσο, 100 mg ψευδαργύρου ημερησίως είναι μια σχετικά υψηλή δόση και μπορεί να μην είναι κατάλληλη για όλους.
Πυκνογενόλη
Η πυκνογενόλη είναι ένα εκχύλισμα από τον φλοιό του γαλλικού πεύκου. Σε μια κλινική δοκιμή ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο σε ασθενείς ψωρίαση, η προσθήκη 50 mg πυκνογενόλης τρεις φορές την ημέρα στην καθιερωμένη θεραπεία οδήγησε σε σημαντική βελτίωση στην ερυθρότητα του δέρματος, στη σκλήρυνση και στην απολέπιση σε σύγκριση με μόνο τη συμβατική θεραπεία (53).
Κουρκουμάς
Σε μια κλινική μελέτη, ο συνδυασμός κουρκουμίνης λαμβανόμενης από το στόμα, και τοπικών στεροειδών ήταν ανώτερη από τα τοπικά στεροειδή μαζί με placebo στη θεραπεία της ψωρίασης. Το αποτελέσματα αυτά υποδεικνύει ότι η κουρκουμίνη μπορεί να είναι μια ασφαλής και αποτελεσματική συμπληρωματική θεραπεία σε ασθενείς με ψωρίαση που λαμβάνουν θεραπεία με τοπικά στεροειδή (54).
Polypodium leucotomos
Το Polypodium leucotomos είναι ένα τροπικό φυτό ιθαγενές στην Κεντρική και Νότια Αμερική, όπου έχει μια μακρά ιστορία της χρήσης ως ένα φυτικό φάρμακο για τη θεραπεία φλεγμονωδών ασθενειών του δέρματος. Το εκχύλισμα του Polypodium leucotomos μπορεί να βοηθήσει στην προστασία του δέρματος από τις βλαβερές επιδράσεις της υπεριώδους ακτινοβολίας και μπορεί να μειώσει την φωτοτοξικότητα, τη μελάγχρωση και τις βλάβες του ανθρώπινου δέρματος που προκαλούνται από τη θεραπεία με PUVA (ψωραλένιο σε συνδυασμό με την ακτινοβολία UVA).
Επειδή μειώνει επίσης βλάβες στο DNA και την ανοσοκαταστολή που προκαλείται από την υπεριώδη ακτινοβολία, το Polypodium leucotomos μπορεί να επιβραδύνει την πρόωρη γήρανση του δέρματος και να μειώσει τον κίνδυνο για καρκίνο του δέρματος (55). Ενώ φωτοθεραπεία – ιδιαίτερα η PUVA – είναι μια πολύ αποτελεσματική θεραπεία για την ψωρίαση, ενέχει τον κίνδυνο καρκίνου του δέρματος, συμπεριλαμβανομένου του μελανώματος. Οι φωτοπροστατευτικές επιδράσεις του Polypodium leucotomos το καθιστούν μια χρήσιμη προσθήκη στη φωτοθεραπεία που χρησιμοποιείται για την ψωρίαση (56).
Γλυκοζίτες παιωνίας
Οι γλυκοζίτες παιωνίας εξάγονται από τη ρίζα του φυτού παιωνία, και έχει αποδειχθεί ότι βοηθούν στην αποκατάσταση της ισορροπίας του ανοσοποιητικού συστήματος, μειώνοντας την παραγωγή των φλεγμονωδών κυτοκινών. Το φυτό παιωνία έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως στην παραδοσιακή ασιατική ιατρική για τη θεραπεία αυτοάνοσων νοσημάτων (57). Τα ευρήματα από μια μελέτη του 2014 καταδεικνύουν τα δυνητικά οφέλη των γλυκοζιτών παιωνίας στη θεραπεία της ψωριασικής αρθρίτιδας. Ουσιαστική κλινική βελτίωση, μαζί με μια σημαντική πτώση στις φλεγμονώδεις κυτοκίνες, παρατηρήθηκε στο 32% των ασθενών που θεραπεύτηκαν αποκλειστικά με γλυκοζίτες παιωνίας (58).
Προβιοτικά
Τα τρισεκατομμύρια βακτήρια που υπάρχουν μέσα και πάνω στο ανθρώπινο σώμα, που ονομάζεται μικροχλωρίδα, έχουν μια έντονη επίδραση στο ανοσοποιητικό μας σύστημα. Έχουν άμεση επίδραση στο πεπτικό σύστημα και δρουν συστηματικά, καθώς, επηρεάζουν μακρινές τοποθεσίες, όπως το δέρμα και τις αρθρώσεις. Μια τροποποιημένη μικροχλωρίδα είναι ένας παράγοντας για την έναρξη και προαγωγή της ανοσο-μεσολαβητικών φλεγμονωδών ασθενειών, συμπεριλαμβανομένων των φλεγμονωδών νόσων του εντέρου.
Τόσο η ψωρίαση και ψωριασική αρθρίτιδα έχουν συσχετιστεί με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου. Έχει προταθεί ότι η μικροχλωρίδα μπορεί να διαδραματίσει βασικό ρυθμιστικό ρόλο στις φλεγμονώδεις οδούς που οδηγούν σε αυτές τις ασθένειες (59-60). Στην πραγματικότητα, πολλά στοιχεία δείχνουν ότι η ψωρίαση δεν μπορεί να είναι αυστηρά αυτοάνοσο, αλλά θα μπορούσε να είναι η συνέπεια της αλληλεπίδρασης μεταξύ του έμφυτου ανοσοποιητικού συστήματος και μερικά βακτηρίων της ανθρώπινης μικροχλωρίδας (61). Σε μια μελέτη του 2013, η χορήγηση ενός προβιοτικού ονομάζεται Bifidobacterium infantis μείωσε σημαντικά τα επίπεδα των φλεγμονωδών βιοδεικτών C-αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP) και παράγοντα νέκρωσης όγκου-άλφα (TNF-α) σε ασθενείς με ψωρίαση (62).



  1. Weber G., Cellular endocrinological findings in the υπόφυση of psoriatic patients, Acta Endocrinol (Cophenh), 119(4), 501-5, 1988
  2. Voorhees J., Duell E., Imbalanced cyclic AMP – cyclic GMP levels in psoriasis, Adv Cyc Nucl Res, 5, 755-7, 1975
  3. Editorial, Plyamines and psoriasis, Arch Dermatol, 115, 943-4, 1979
  4. Editorial, Polyamines in psoriasis, J Invest Dermatol, 81, 385-7, 1983
  5. Proctor M., et al., Lowered cutaneous and urinary levels of polyamines with clinical improvements in treated psoriasis, Arch Dermatol, 115, 945-9, 1979
  6. Haddox M., Frassir K., Russel D., Retinol inhibition of ornithine decarboxylase induction and GI progression in CHD cells, Cancer Res, 39, 4930-8, 1979
  7. Kuwano S., Yamauchi K., Effect of berberine on tyrosine decarboxylase activity of streptococcus faecalis, Chem Pharm Bull, 8, 491-6, 1960
  8. Rosenberg E., Belew P., Microbial factors in psoriasis, Arch Dermatol, 118, 1434-44, 1982
  9. Rao M., Field M., Enterotoxins and anti-oxidants, 12, 177-80, 1984
  10. Juhlin L., Vahlquist C., The influence of treatment and fibrin microclot generation in psoriasis, Br J Dermatol, 108, 33-7, 1983
  11. Thurmon F.M., The treatment of psoriasis with sarsaparilla compound, NEJM, 227, 128-33, 1942
  12. Weber G., Galle K., The liver, a therapeutic target in dermatoses, Med Welt, 34, 108-11, 1983
  13. Monk B.E., Neill S.M., Alcohol consumption and psoriasis, Dermatologica, 173, 57-60, 1986
  14. Hikino H., et al., Antihepatoxic actions of flavonolignans from silybum marinum fruits, Planta Medica, 50, 248-50, 1984
  15. Barrea L., Balato N., Di Somma C., et al., Nutrition and psoriasis: is there any association between the severity of the disease and adherence to the Mediterranean diet?, J Transl Med, 13:18, 2015
  16. Steffen L.M., Van Horn L., Daviglus M.L., et al., A modified Mediterranean diet score is associated with a lower risk of incident metabolic syndrome over 25 years among young adults: the CARDIA (Coronary Artery Risk Development in Young Adults) study, Br J Nutr, 112(10):1654-61, 2014
  17. Bhatia B.K., Millsop J.W., Debbaneh M., et al., Diet and psoriasis: part 2. celiac disease and role of a gluten-free diet, J Am Acad Dermatol, 71(2):350-358, 2014
  18. Wu J.J., Nguyen T.U., Poon K.Y.T., et al., The association of psoriasis with autoimmune diseases, J Am Acad Dermatol, 67:924-30, 2012
  19. Addolorato G., Parente A., de Lorenzi, et al., Rapid regression of psoriasis in a coeliac patient after gluten-free diet, Digestion, 68:9-12, 2003
  20. Upala S., Sanguankeo A., Effect of lifestyle weight loss intervention on disease severity in patients with psoriasis: a systematic review and meta-analysis, Int J Obes, 39:1197-1202, 2015
  21. Zlatkov N.B., Ticholov J.J., Dourmishev A.L., Free fatty acids in the blood serum of psoriasis, Acta Derm Vener, 64, 22-5, 1984
  22. Bittiner S.B., et al., A double-blind, randomized, placebo-controlled trial of fish oil in psoriasis, Lancet, 378-380, 1984
  23. Grimmunger F., et al., A double-blind, randomized, placebo-controlled trial of N-3 fatty acid based lipid infusion in acute, extended guttate psoriasis, Clin Invest, 71, 634-43, 1993
  24. Maurice P.D.L., The effects of dietary supplementation with fish oil in patients with psoriasis, Br J Dermatol, 1117, 599-606, 1987
  25. Millsop J.W., Bhatia B.K., Debbaneh M., Koo J., Liao W., Diet and Psoriasis: Part 3. Role of Nutritional Supplements. Journal of the American Academy of Dermatology. 71(3):561-569, 2014
  26. Balbas G.M., Regana M.S., Millet P.U., Study on the use of omega-3 fatty acids as a therapeutic supplement in treatment of psoriasis. Clinical, Cosmetic and Investigational Dermatology. 4:73-77, 2011
  27. Editorial, Leukotrienes and other lipoxygenase products in the pathogenesis and therapy of psoriasis and other dermatoses, Arch Dermatol, 119, 541-7, 1983
  28. Kragballe K., Herlin M.D., Benoxaprofen improves psoriasis, Arch Dermatol, 119, 548-52, 1983
  29. Majewski S., et al., Decreased levels of vitamin A in serum of patients with psoriasis, Arch Dermatol Res, 280, 499-501, 1989
  30. Hinks L.J., et al., Trace element status in eczema and psoriasis, Clin Exp Dermatol, 12, 93-7, 1987
  31. Donadini A., Dazzaglia A., Desirello G., Plasma levels of Zn, Cu and Ni in healthy controls and in psoriatic patients, Acta Vitamin Enzymol, 1, 9-16, 1980
  32. Fratino P., et al., Glucose and insulin in psoriasis: The role of obesity and genetic history, Panminerva Medica, 21, 167, 1979
  33. Prussick R., Prussick L., Gutman J., Psoriasis improvement in patients using glutathione-enhancing, nondenatured whey protein isolate: a pilot study, J Clin Aesthet Dermatol, 6(10):23-26, 2013
  34. Pujari V., Ireddy S., Itagi I., et al., The serum levels of malondialdehyde, vitamin E and erythrocyte catalase activity in psoriasis patients, J Clin Diag Res, 8(11):CC14-CC16, 2014
  35. Serwin A.B., Wasowicz W., Gromadzinska J., et al., Selenium status in psoriasis and its relations to the duration and severity of the disease, Nutrition, 19:301-304, 2003
  36. Naziroglu M., Yildiz K., Tamturk B., et al., Selenium and psoriasis, Biol Trace Elem Res, 150:3-9, 2012
  37. Kokcam I., Naziroglu M., Antioxidanst and lipid peroxidation status in the blood of patients with psoriasis, Clin Chim Acta, 289(1-2):23-31, 1999
  38. Kharaeva Z., Gostova E., De Luca C., et al., Clinical and biochemical effects of coenzyme Q10, vitamin E, and selenium supplementation to psoriasis patients, Nutrition, 25:295-302, 2009
  39. Juhlin L., et al., Blood glutathione-peroxide levels in skin diseases: Effect of selenium and vitamin E treatment, Acta Dermat Vener (Stockh), 62, 211-4, 1982
  40. Shani J., Livshitz T., Robberecht H., Van Grieken R., Rubinstein N., Even-Paz Z., Increased erythrocyte glutathione peroxidase activity in psoriatics consuming high-selenium drinking water at the Dead-Sea Psoriasis Treatment Center, Pharmacological research communications, 17(5):479-488, 1985
  41. Morimoto S., et al., Therapeutic effect of 1,25-dihydroxyvitamin D3 for psoriasis: Report of five cases, Calcif Tissue Int, 38, 119-22, 1986
  42. Takamoto S., et al., Effect of 1-alpha-hydroxycholecalciferol on psoriasis vulgaris: A pilot study, Calcif Tissue Int, 39, 360-4, 1986
  43. Staberg B., et al., Abnormal vitamin D metabolism in patients with psoriasis, Acta Derm Venereol (Stockh), 67, 65-8, 1987
  44. Kim G.K., The rationale behind topical vitamin d analogs in the treatment of psoriasis: where does topical calcitriol fit in?, The Journal of clinical and aesthetic dermatology, 3(8):46-53, 2010
  45. Finamor D.C., Sinigaglia-Coimbra R., Neves L.C.M., et al., A pilot study assessing the effect of prolonged administration of high daily doses of vitamin D on the clinical course of vitiligo and psoriasis, Dermato-Endocrinology, 5(1): 222-234, 2013
  46. Millsop J.W., Bhatia B.K., Debbaneh M., Koo J., Liao W., Diet and Psoriasis: Part 3. Role of Nutritional Supplements. Journal of the American Academy of Dermatology, 71(3):561-569, 2014
  47. Malerba M., Gisondi P., Radaeli A., et al., Plasma homocysteine and folate levels in patients with chronic plaque psoriasis, Bt J Dermatol, 155(6):1165-9, 2006
  48. Juzeniene A., Stokke K.T., Thune P., et al., Pilot study of folate status in healthy volunteers and in patients with psoriasis before and after UV exposure, J Photochem Photobiol B., 101(2):111-6, 2010
  49. Prystowsky J.H., et al., Update on nutrition and psoriasis, Int J Dermatol, 32(8):582-6, 1993
  50. Foster M., Samman S., Zinc and regulation of inflammatory cytokines: implications for cardiometabolic disease, Nutrients, 4:676-694, 2012
  51. Yin L.L., Zhang Y., Guo D.M., et al., Effects of zinc on interleukins and antioxidant enzyme values in psoriasis-induced mice, Biol Trace Elem Res, 155:411-415, 2013
  52. Verma S., Thakur B.K., Dramatic response to oral zinc in a case of subacute form of generalized pustular psoriasis. Indian J Dermatol, 57(4):323-324, 2012
  53. Belcaro G., Luzzi R., Hu S, et al., Improvement in signs and symptoms in psoriasis patients with pycnogenol supplementation, Panminerva Med, 56(1):41-8, 2014
  54. Antiga E., Bonciolini V., Volpi W., et al., Oral curcumin (Meriva) is effective as an adjuvant treatment and is able to reduce IL-22 serum levels in patients with psoriasis vulgaris, BioMed Research International, 2015
  55. Middelkamp-Hup M.A., Pathak M.A., Parrado C., et al., Orally administered Polypodium leucotomos extract decreases psoralen-UVA-induced phototoxicity, pigmentation, and damage of human skin, J Am Acad Dermatol, 50(1):41-9, 2004
  56. Stern R.S., Psoralen and ultraviolet. A light therapy for psoriasis, New England Journal of Medicine, 357(7):682-690, 2007
  57. He D.Y., Dai S.M., Anti-inflammatory and immunomodulatory effects of Paeonia lactiflora Pall., a traditional Chinese herbal medicine, Front Pharmacol, 2:1-5, 2011
  58. Wang Y.N., Zhang Y., Wang Y., Zhu D.X., Xu L.Q., Fang H., Wu W., The beneficial effect of total glucosides of paeony on psoriatic arthritis links to circulating Tregs and Th1 cell function. Phytotherapy research : PTR, 28(3):372-381, 2014
  59. Li W.Q., Han J.L., Chan A.T., et al., Psoriasis, psoriatic arthritis and increased risk of incident Crohn’s disease in US women, Ann Rheum Dis, 72(7):1200-1205, 2013
  60. Eppinga H., Konstantinov S.R., Peppelenbosch M.P., et al., The microbiome and psoriatic arthritis, Curr Rheumatol Rep, 16:407, 2014
  61. Fry L., Baker B.S., Powles A.V., Engstrand L., Psoriasis is not an autoimmune disease?, Experimental dermatology, 24(4):241-244, 2015
  62. Groeger D., O’Mahony L., Murphy E.F., et al., Bifidobacterium infantis 35624 modulates host inflammatory processes beyond the gut, Gut Microbes, 4(4):325-339, 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Post Bottom Ad